χαλκᾶς

χαλκᾶς
χάλκεος
of copper
fem acc pl (attic)
χαλκεύς
coppersmith
masc/fem acc pl (epic)
χαλκεύς
coppersmith
masc acc pl
χαλκοῦς
of copper
fem acc pl (attic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • χαλκάς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκάς — ᾶ, ὁ, Α ο χαλκεύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκός + κατάλ. ᾶς, που απαντά συν. σε ον. τα οποία δηλώνουν επάγγελμα (πρβλ. κλειδ ᾶς)]. (I) ο, Ν 1. μεταλλικός κρίκος 2. δαχτυλίδι 3. ρόπτρο πόρτας 4. στον πληθ. οι χαλκάδες τα δεσμά («τού πέρασαν χαλκάδες») 5.… …   Dictionary of Greek

  • χαλκάς — ο (λ. τουρκ.) 1. κρίκος μεταλλικός. 2. ρόπτρο θύρας σε σχήμα κρίκου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χαλκά — χαλκάς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκαδάκι — το υποκορ. του χαλκάς, μικρός χαλκάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • CALCHA — apud Plin. l. 25. c. 8. Est et buphthalmos similis boum oculis foliô foeniculi circa oppida nascens fruticosa caulibus, qui et manduntur decocti. Quidam Calchan vocant. Ita veteres libri: dioscorides habet κάχλαν, Siculi κάλθαν dixêre, unde… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CONCHA — I. CONCHA Graece Κόγχη, apud medii aevi Scriptores, culmen dicitur, quô tegebatur Sanctuarium vel Adytum Templi, quod instar Conchae structum esset, nomen adeptum: Habebat enim dimidiati liaemisphaerii figuram, vel quartae partis sphaerae. Paulus …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PROBASCANION — in Hierosol. Templi fastigio, ad aves arcendas, occurrit apud Hebr. qui id vocabant chole oreb, arcens corvos. Kimchius in Psalm 84. Aliquid fecerunt in Templi tecto, ne aves ibi quiescerent, quod vocabatur Chole oreb. Quod sic describitur in… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αμυκλάδες — αι αρχ. γνωστά σ ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο ανδρικά παπούτσια πολυτελείας, που κατασκευάζονταν στις Αμύκλες τής Λακωνικής. Οι αμυκλάδες ή αμυκλαΐδες ήταν διακοσμημένες με μεταλλικά ποικίλματα και διακρίνονταν από το έντονο κόκκινο χρώμα τους. Τίς… …   Dictionary of Greek

  • κρικέλλα — η 1. μεγάλος κρίκος, χαλκάς 2. φρ. «είναι για την κρικέλλα» είναι τρελός για δέσιμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρικέλλι + μεγεθ. κατάλ. α (πρβλ. βαρέλ α, κουτάλ α)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”